Φαλάσαρνα

Στο δυτικότερο άκρο της Κρήτης πάνω στη χερσόνησο της Γραμβούσας, υψώνονται τα τείχη της αρχαίας ναυτικής πόλης της Φαλάσαρνας. Η πόλη με το προελληνικό όνομα ήταν χτισμένη πάνω στο ακρωτήριο Καστρί. Από κεί ήλεγχε τους θαλασσίους εμπορικούς δρόμους της Ιταλίας και Βορείου Αφρικής από το 333 π.Χ. έως το 67 π.Χ.

Ο αρχαίος γεωγράφος Σκύλακας αναφέρεται στον τεχνητό κλειστό λιμένα της, ενώ το όνομά της αναφέρεται σε όλες τις γεωγραφικές πραγματείες της αρχαιότητας ( Στράβων Χ, 474., Πτολεμαίος ΙΙΙ, 15, 2., Σταδιασμός 336). Στον γεωγράφο Διονύσιο Καλλιφώντις ωφείλεται η πληροφορία ότι στη Φαλάσαρνα υπήρχε ναός της Αρτέμιδος-Δίκτυνας, της Κρητικής θεότητας του κυνηγιού, ενώ στην κορυφή της ακρόπολης διακρίνονται τουλάχιστον 3 ιερά, δημόσια κτήρια, οχυρά, δεξαμενές, κλπ. Πηγή μεγάλης ευημερίας υπήρξε η ισχύς του στόλου της, η δεινή γνώση των ναυτικών θεμάτων, και η δραστηριότητα των εμπόρων της, που συναλλάσονταν με όλα τα βασίλεια του Ελληνιστικού κόσμου. Υπεράνω όλων όμως, η σπουδή των Φαλασαρνίων περί τα στρατιωτικά θέματα και η επιδεξιότητά τους στις πολεμικές τέχνες, βρίσκει τους άνδρες της ως συμβούλους σε ανώτατα στρατιωτικά κλιμάκια των μεγάλων Ελληνιστικών βασιλείων.

Παρόλη την ευημερία, οι διαρκείς πόλεμοι μεταξύ των Κρητικών πόλεων, καθώς και οι συχνές τεκτονικές δονήσεις και γεωτεκτονικές καταβυθίσεις της περιοχής, εξασθένησαν οικονομικά την Φαλάσαρνα και την οδήγησαν να αναζητήσει προσόδους, ακολουθώντας την ίδια πρακτική με τις άλλες παράλιες Κρητικές πόλεις, την πειρατία, κάπου στα μέσα του 2ου π.Χ.αι. Η γεωγραφική θέση της, η ναυτική της δύναμη και κυρίως το καλά οχυρωμένο λιμάνι της συμβάλλουν επιτυχώς στις πειρατικές αυτές ενέργειες.

Οι ύστεροι Ελληνιστικοί χρόνοι βρίσκουν τους Φαλασάρνιους ως πετυχημένους πειρατές, μισθοφόρους των Μακεδόνων και διεθνείς εμπόρους δούλων. Το 67 π.Χ. οι Ρωμαίοι, στα πλαίσια των επιχειρήσεών τους για την πάταξη της Κρητικής πειρατίας, καταστρέφουν τη Φαλάσαρνα δια πυρός και σιδήρου.

Ότι μνημεία δεν καταστράφηκαν από τους Ρωμαίους θάφτηκαν διά μέσου των αιώνων από τεράστια παλιρροϊκά κύματα που σχηματίστηκαν κατά την διάρκεια καταστρεπτικών σεισμών το 66 μ.Χ. και το 365 μ.Χ., τα οποία στην ουσία την διέσωσαν και την διατήρησαν ανέπαφη κάτω από τόννους προσχώσεων. Η τεκτονική δραστηριότητα ήταν τόσο έντονη, ώστε η δυτική άκρη της Κρήτης ανυψώθηκε 6-9 μ. Για το λόγο αυτό σήμερα, οι εγκαταστάσεις του άλλοτε ένδοξου αρχαίου λιμανιού βρίσκονται σε απόσταση 100 - 200 μ. από την ακτή.

Ο πολεμικός λιμένας και η άνθηση της Φαλάσαρνας - Αρχαιολογικές μαρτυρίες

Ο όρος λιμήν κλειστός που αναφέρει ο Σκύλακας αφορά στα τεχνητά πολεμικά λιμάνια των κλασσικών και ελληνιστικών χρόνων, που προστατευόταν από τα τείχη της πόλης. Οι λιμενοβραχίονες αποτελούσαν προεκτάσεις της οχύρωσης, ενώ οι γωνίες των τειχών που περιέκλειαν τη λιμενολεκάνη, ενώνονταν με οχυρωματικούς πύργους και η είσοδος προστατευόταν με αλυσίδα.

Οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει μέχρι σήμερα την μορφολογική κατάσταση του πολεμικού λιμένα με τεχνητό δίαυλο λαξευμένο στον φυσικό βράχο, που τον ένωνε με την θάλασσα. Επίσης, τμήματα ανωφέρειας 3 εκ των 5 αμυντικών πύργων του λιμανιού, ένα κυκλικό και δύο τετράγωνους καθώς και οχυρωματική πύλη. Στη νοτιοανατολική πλευρά του λιμένα αποκαλύφθηκε μεγάλη λιθοσειρά της αρχαίας προκυμαίας που κατασκευάστηκε σε σχήμα ημικυκλικό, ακολουθώντας την φορά της φυσικής ακτογραμμής. Η προκυμαία αποτελείτο απο μεγάλους δόμους και πρόβολους, των οποίων η απόληξη καταλήγει σε διαμπερή οπή από όπου διαπερνούσε το σχοινί. Η απόσταση μεταξύ των προβόλων, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα πολεμικά σκάφη που αγκυροβολούσαν εδώ, ανήκαν σε τριήρεις ή διήρεις.

Ακριβώς πίσω από τον πολεμικό λιμένα, μία άλλη λεκάνη μικρότερων διαστάσεων τεχνητά σκαμένη, αποκάλυψε κρηπίδωμα θαυμάσιας αρχιτεκτονικής. Στούς πρόποδες της ακρόπολης, ήλθε στο φώς τμήμα εργαστηριακού χώρου. Αποτελείτο από 5 δεξαμενές τοποθετημένες σε πλακόστρωτο δάπεδο άριστης τεχνοτροποίας. Πρόκειται για εργαστήριο πλύσης πηλού και μετάλλων. Εξωτερικά αυτού του χώρου, ανασκάφθηκαν τα πρώτα 10 μ. λιθόστρωτου δρόμου, πιθανώς ιερά οδός, που οδηγούσε στην ακρόπολη.

Σημαντική ήταν η αποκάλυψη βωμού στη βάση του οποίου βρέθηκε ασημένιος μεγαρικός σκύφος και πινάκιο που εκάλυπτε δύο ασημένιους όφεις με επιχρυσωμένες κεφαλές.

Η τεχνοτροπία των παραπάνω κατασκευών, αποδεικνύει την βαθειά γνώση των Φαλασαρνίων στα λιμενικά και οχυρωματικά έργα, ενώ η αρχιτεκτονική δομή τους μαρτυρεί την μεγάλη άνθηση και ισχύ της πόλης την εποχή που ακολούθησε τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Τέλος, στο νεκροταφείο της πόλης έχουν ανασκαφεί περί τις 100 ταφές και έχουν αποδώσει θαυμάσια αγγεία με ερυθρόμορφες παραστάσεις όπως φτερωτού έρωτα και μαινάδα, ευγενών νέων με άλογα, ειδώλια, κοσμήματα, νομίσματα, κ.α., γεγονός που συνδράμει στη θεωρία για την ανάπτυξη μεγάλης οικονομικής δραστηριότητας των κατοίκων της Ελληνιστικής Φαλάσαρνας.

Οι αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή άρχισαν συστηματικά το 1986 και συνεχίζονται υπό την διεύθυνση της αρχαιολόγου Δρ. Ελπίδας Χατζηδάκη. Τα ευρήματα των ανασκαφών εκτίθενται στο Μουσείο Κισάμου.

 

 
Φαλάσαρνα, Κίσσαμος, Κρήτη, Τηλ.: 28220 41485, Fax: 28220 41485, email: info@hotelgoldensun.net
ΜΗΤΕ: 10 42 K 12 3K 03614 0 0
developed by Next Step
Bookwize: Hotel Booking Engine
Η επιχείρηση ενισχύθηκε για τον εκσυγχρονισμό της στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος "Ψηφιακή Σύγκλιση" "Με τη συγχρηματοδότηση της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης"